SQLSTATE[HY000] [2013] Lost connection to MySQL server at 'reading initial communication packet', system error: 0 μαλακία


μαλακία

Μεγάλο φύλο του ζωικού βασιλείου, το οποίο περιλαμβάνει ζώα με μαλακό σώμα –όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους– το οποίο βρίσκεται μέσα σε ένα σκληρό ασβεστολιθικό κέλυφος. Στερούνται μεταμέρειας και έχουν αμφίπλευρη συμμετρία, η οποία μερικές φορές καλύπτεται από δευτερογενή ασυμμετρία οφειλόμενη σε ελικοειδή στρέψη του πεπτικού σωλήνα ή σε διαφορετική ανάπτυξη των σωματικών τμημάτων. Τα μ. υποδιαιρούνται σε επτά ομοταξίες: τα μονοπλακοφόρα, τα πολυπλακοφόρα, τα απλακοφόρα, τα σκαφόποδα, τα γαστερόποδα, τα δίθυρα και τα κεφαλόποδα. Τα μ. αποτελούν ένα πολύ επιτυχημένο φύλο, το δεύτερο μεγαλύτερο των ασπόνδυλων μετά τα αρθρόποδα, περιλαμβάνοντας περισσότερα από 110.000 σύγχρονα είδη· ποσοστό μεγαλύτερο από το 99% αυτών ανήκει σε δύο ομοταξίες, τα γαστερόποδα και τα δίθυρα· τα δεύτερα είναι γνωστά και ως ελασματοβράγχια. Παρά τη μεγάλη εξελικτική απόκλιση των διαφόρων ομάδων των μ., όλοι οι αντιπρόσωποι εμφανίζουν ένα κοινό πρότυπο οργάνωσης του σώματος, γεγονός που υποδεικνύει την κοινή τους προέλευση. Το σώμα των μ. περιλαμβάνει τρεις διακριτές περιοχές: το πόδι μαζί με το κεφάλι, όπου συναντώνται τα περισσότερα αισθητήρια όργανα και όλα τα όργανα κίνησης και το οποίο έχει κυρίως μυϊκή λειτουργία· τη σπλαχνική μάζα, η οποία περιέχει τα όργανα της πέψης, της αναπαραγωγής και της έκκρισης· και, τέλος, τον μανδύα, ο οποίος περιβάλλει τη σπλαχνική μάζα και εκκρίνει το κέλυφος. Μεταξύ μανδύα-κελύφους και σπλαχνικής μάζας, υπάρχει ένας κενός χώρος, ο οποίος ονομάζεται μανδυακή κοιλότητα, και είναι εξαιρετικής λειτουργικής σημασίας, εφόσον εκεί αναπτύσσονται τα βράγχια του ζώου, τα λεγόμενα κτενίδια, ενώ αποτελεί και χώρο αποβολής των προϊόντων του πεπτικού, απεκκριτικού και αναπαραγωγικού συστήματος. Το πόδι επιτρέπει στο ζώο να προσκολλάται ή να σέρνεται στο έδαφος, όπως συμβαίνει στα γαστερόποδα· στα κεφαλόποδα το πόδι έχει κατά ένα μέρος σχήμα χοάνης, από την οποία εκτοξεύεται το νερό της μανδυακής κοιλότητας, ενώ την κινητήρια λειτουργία έχουν αναλάβει οι κεφαλικοί βραχίονες και, σε μερικές περιπτώσεις, ορισμένες πλευρικές επεκτάσεις με μορφή πτερυγίων, όπως στη σουπιά και στο καλαμάρι. Το όστρακο των μ. σχηματίζεται από μία ανόργανη ασβεστολιθική ουσία και από μία οργανική που ονομάζεται κογχυολίνη. Στα γαστερόποδα (σαλιγκάρια), το όστρακο αποτελείται μόνο από ένα τμήμα, ενώ στα κεφαλόποδα (χταπόδια, σουπιές), είναι συνήθως ελαττωμένο και εσωτερικό· στα δίθυρα, το όστρακο αποτελείται από δύο βαλβίδες ή θύρες, ενωμένες μεταξύ τους με έναν χιτινώδη ελαστικό σύνδεσμο. Το στόμα είναι συχνά προικισμένο με δύο χιτινώδεις γνάθους (ξύστρο) που μοιάζουν με ράμφος, και στα κεφαλόποδα περιβάλλεται από ποικίλο αριθμό πλοκάμων. Στα κεφαλόποδα και στα γαστερόποδα το στόμα είναι εφοδιασμένο με γλωττίδιο, μυώδη γλώσσα η οποία φέρει μια σειρά από χαρακτηριστικές χιτινώδεις προεξοχές, και της οποίας η ποικίλη δομή και διάταξη χρησιμεύει στην ταξινόμηση αυτών των οργανισμών. Το νευρικό σύστημα των μ. είναι αρκετά ανεπτυγμένο· αποτελείται από ζεύγη εγκεφαλικών, ποδικών, πλευρικών και σπλαχνικών γαγγλίων, που συνδέονται μεταξύ τους με αρθρώσεις, οι οποίες σχηματίζουν οισοφαγική αλυσίδα και σπλαχνική περιέλιξη. Τα αισθητήρια όργανα –που είναι κατά διάφορους τρόπους ανεπτυγμένα στις εκάστοτε ομάδες– περιλαμβάνουν: τις στατοκύστεις, όργανα ισορροπίας· τα μάτια, που σε μερικά κεφαλόποδα είναι πολύ ανεπτυγμένα, ενώ στα δίθυρα και σε μερικά αβυσσαία γαστερόποδα είναι περιορισμένα ή λείπουν τελείως, και τα οποία μπορεί να βρίσκονται στα άκρα των κεραιών ή στη βάση τους· τα οσφράδια, χημειοαισθητήρια όργανα που βρίσκονται μέσα στη μανδυακή κοιλότητα, κοντά στα βράγχια· και, τέλος, αισθητήρια όργανα, που συνήθως είναι οι κεραίες. Μερικά μ. που ζουν σε μεγάλα βάθη είναι εφοδιασμένα με φωτοφόρα όργανα, ενώ χαρακτηριστική είναι και η παρουσία χρωματοφόρων στα κεφαλόποδα, που τους επιτρέπει να αλλάζουν τον χρωματισμό τους ανάλογα με το περιβάλλον. Το πεπτικό σύστημα αποτελείται από το στόμα με το ξύστρο, τον οισοφάγο, το στομάχι –το οποίο είναι μερικές φορές προικισμένο με ισχυρούς μυς– και το έντερο, που έχει ποικίλο μήκος και είναι ευθύ ή περιελιγμένο, ανάλογα με το είδος της διατροφής – ζωικής ή φυτικής· για την έκκριση των αναγκαίων για την πέψη υγρών, υπάρχουν στο έντερο αδένες, ο πιο ογκώδης από τους οποίους είναι το ηπατοπάγκρεας, που εκτελεί λειτουργία συκωτιού και παγκρέατος. Το κυκλοφορικό σύστημα είναι αγγειοκοιλωματικό, δηλαδή αποτελείται κατά ένα μέρος από αγγεία –μια ραχιαία καρδιά με έναν ή δύο κόλπους και μία κοιλία, απ’ όπου ξεκινά η αορτή, που διακλαδώνεται σε πολυάριθμες φλέβες– και κατά ένα άλλο μέρος από κοιλώματα, όπου κυκλοφορεί το αίμα, συνήθως άχρωμο, αλλά μερικές φορές υποκύανο ή κόκκινο. Μερικά μ. είναι ερμαφρόδιτα, αλλά τα περισσότερα είναι γονοχωριστικά, μερικές φορές με εμφανή φυλετικό διμορφισμό· η αναπαραγωγή είναι εξωτερική και πραγματοποιείται μετά την απελευθέρωση των ωαρίων και των σπερματοζωαρίων στο νερό. Τα αβγά μπορεί να περιβάλλονται από ζελατινώδη ουσία, η οποία μέσω ποδίσκων χρησιμεύει στην προσκόλλησή τους σε στερεά υποστρώματα. Από το γονιμοποιημένο ωάριο, με διαδοχικές αυλακώσεις, σχηματίζεται μια τροχοφόρος προνύμφη, η οποία περιβάλλεται από παλλόμενες βλεφαρίδες που εξυπηρετούν την κολύμβηση· όταν αυτές εξαφανίζονται, η προνύμφη πέφτει στον βυθό και αρχίζει η μεταμόρφωση. Τα χερσαία μ. αποθέτουν κάθε χρόνο λίγες δεκάδες αβγών, ενώ τα υδρόβια είναι πολύ γόνιμα γιατί είναι περισσότερο εκτεθειμένα στον κίνδυνο· για παράδειγμα, ένα είδος του γένους τερηδόνα μπορεί να γεννήσει έως 10 εκατομμύρια αβγά. Σε ορισμένα ανώτερα μ., η γονιμοποίηση είναι εσωτερική, και σε αυτή την περίπτωση παράγεται μικρότερος αριθμός ωαρίων. Στα ερμαφρόδιτα μ., η ωρίμανση των δύο γεννητικών συστημάτων μπορεί να γίνεται ταυτόχρονα, ενώ συχνά προηγείται η άρρεν φάση. Τα μ. είναι στην πλειονότητά τους υδρόβια· από τα πολλά θαλάσσια είδη, μερικά ζουν κοντά στις ακτές, άλλα σε μεγάλα βάθη, μερικά ακουμπούν ή κινούνται στον βυθό, ενώ άλλα διάγουν πελάγια ζωή. Στα μ. ανήκουν τα ασπόνδυλα που έχουν τις μεγαλύτερες διαστάσεις, όπως το γιγαντιαίο καλαμάρι που μπορεί να φτάσει σε μέγεθος, μαζί με τα πλοκάμια του, τα 17 μ. Σχεδόν όλα τα μη θαλάσσια είδη ανήκουν στα γαστερόποδα. Τα μ. αποτελούν πολύ παλιά ομάδα ζώων. Ορισμένοι αντιπρόσωποι που ζουν και σήμερα (γαστερόποδα της οικογένειας των πλευροτομαριδών) έχουν παραμείνει όμοια με τα απολιθώματα του της καμβρίου, δηλαδή της πρώτης περιόδου του παλαιοζωικού αιώνα. Αρκετά μεταγενέστερο είναι το γένος Congeria της οικογένειας των μυτιλιδών των διθύρων μ., το οποίο εμφανίστηκε κατά την ηώκαινο εποχή του καινοζωικού αιώνα και διαδόθηκε ευρύτατα κατά την τριτογενή περίοδο· μερικά από τα είδη του συναντώνται συχνά σε λίμνες ή σε λιμνοθάλασσες. Χαρακτηριστικά είναι τα λιμναία αποθέματα της ποντικής (ανώτερο μειόκαινου). Πολλά μ. είναι ωφέλιμα είτε επειδή είναι εδώδιμα (στρείδια, μύδια, καλαμάρια, σαλιγκάρια) είτε για τα προϊόντα τους (μάργαρο, μαργαριτάρια, βύσσο, πορφύρα, σέπια)· άλλα, αντίθετα, είναι επιβλαβή επειδή καταστρέφουν χρήσιμα φυτά (σαλιγκάρια), διαβρώνουν μόλους, υποστηρίγματα και σκάφη (λιθοδόμοι, φωλάδες, τερηδόνες), μεταδίδουν παράγοντες ασθενειών (για παράδειγμα Lymnaea) ή τέλος, τρώνε με αδηφαγία ψάρια, μαλακόστρακα και εδώδιμα μαλάκια, όπως το χταπόδι. Ένα δίθυρο, carilium aculeatum. Στη φωτογραφία χταπόδι, κεφαλόποδο. Τα μετάζωα αυτά, που υποδιαιρούνται σε δύο υποτύπους, αμφίνευρα και κογχοφόρα, αριθμούν πολυάριθμα ζώα, κυρίως θαλασσινά. Στη φωτογραφία ένα γαστερόποδο του γένους buccinum.
* * *
η (AM μαλακία, Α ιων. τ. μαλακίη) [μαλακός]
αυνανισμός
νεοελλ.
ανόητη πράξη ή βλακώδης λόγος, βλακεία
μσν.-αρχ.
σωματική ή ψυχική εξασθένηση, αδυναμία, ασθένεια («θεραπεύων πᾱσαν νόσον καὶ πᾱσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ», ΚΔ)
αρχ.
1. μαλακότητα, η ιδιότητα τού μαλακού
2. το να αποφεύγει κάποιος τους κόπους ή το να μην μπορεί να υπομείνει τις δυσχέρειες, μαλθακότητα («φιλοκαλούμέν τε γὰρ μετ' εὐτέλειας καὶ φιλοσοφοῡμεν ἄνευ μαλακίας», Θουκ.)
3. κιναιδεία
4. αταραξία τής θάλασσας, γαλήνη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μαλακία — μαλακίᾱ , μαλακία softness fem nom/voc/acc dual μαλακίᾱ , μαλακία softness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) μαλακίᾱ , μαλακιάω become soft pres imperat act 2nd sg μαλακίᾱ , μαλακιάω become soft imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλάκια — cephalopod mollusca neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακίᾳ — μαλακίαι , μαλακία softness fem nom/voc pl μαλακίᾱͅ , μαλακία softness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλάκια — Μεγάλο φύλο του ζωικού βασιλείου, το οποίο περιλαμβάνει ζώα με μαλακό σώμα –όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους– το οποίο βρίσκεται μέσα σε ένα σκληρό ασβεστολιθικό κέλυφος. Στερούνται μεταμέρειας και έχουν αμφίπλευρη συμμετρία, η οποία μερικές… …   Dictionary of Greek

  • μαλακία — [малакиа] ουσ. θ. онанизм …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μαλάκια — τα (ζωολ.), υδρόβια πρωτόζωα που έχουν σώμα μαλακό χωρίς σκελετό και αρθρώσεις και ορισμένα έχουν κέλυφος (μύδια, σουπιές, καλαμάρια κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαλακία — η 1. ο αυνανισμός. 2. μαλθακότητα, πνευματική αδυναμία, ηλιθιότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κερατο(ειδο)μαλακία — η ιατρ. μαλάκυνση τού κερατοειδούς χιτώνα τού οφθαλμού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. keratomalacia < kerato (πρβλ. κέρας, τος) + malacia (πρβλ. μαλακία] …   Dictionary of Greek

  • μαλακίας — μαλακίᾱς , μαλακία softness fem acc pl μαλακίᾱς , μαλακία softness fem gen sg (attic doric aeolic) μαλακίᾱς , μαλακιάω become soft imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακίαν — μαλακίᾱν , μαλακία softness fem acc sg (attic doric aeolic) μαλακίᾱν , μαλακιάω become soft imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) μαλακίᾱν , μαλακιάω become soft imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.